Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012 05:42

καμφορά

Written by
Rate this item
(0 votes)
καμφορά (Χημ.). Οργανική ένωση (κετόνη) με χημικό τύπο C6H10Ο, η οποία ανήκει στην ομάδα των δικυκλικών τερπενίων. Πρόκειται για έντονα αρωματική, λευκή, κηρώδη, κρυσταλλική ουσία, γνωστή και ως καμφουρά, η οποία εξάγεται από το δένδρο Cinnamomum camphora, ιθαγενές της νοτιοανατολικής Ασίας. Η εξαγωγή της κ. γίνεται από όλα τα μέρη του φυτού, μέσω απόσταξης και διαδοχικής εξάχνωσης. Η κ. είναι ιδιαίτερα πτητική, με αποτέλεσμα να αναδίδει, ακόμα και σε συνηθισμένες θερμοκρασίες, μια χαρακτηριστική, διαπεραστική οσμή. Τήκεται στους 177°C, είναι ελάχιστα διαλυτή στο νερό, αλλά διαλύεται πολύ εύκολα στους οργανικούς διαλύτες. 
Χημικά συμπεριφέρεται όπως μια κορεσμένη κετόνη της σειράς των δικυκλικών τερπενίων. Η σύστασή της είναι, ωστόσο, πιο σύνθετη και διαλευκάνθηκε μόνο κατά τις αρχές του 20ού αι., όταν πραγματοποιήθηκε η σύνθεση της ουσίας. Με τον καιρό, καθώς η κ. αποκτούσε σπουδαιότητα ως χημικό προϊόν στη βιομηχανία του κελλουλοΐτη και της άκαπνης πυρίτιδας (στο νιτρικό άλας της κυτταρίνης), η δυνατότητα της συνθετικής παραγωγής της αποκτούσε ολοένα και μεγαλύτερη σημασία, με μεγαλύτερη άνθηση κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου πολέμου. Η βιομηχανική σύνθεση της κ. πραγματοποιείται με το πινένιο, ένα από τα συστατικά του τερεβινθελαίου· το τελευταίο, με την επενέργεια αεριώδους υδροχλωρίου, παράγει τα χλωρίδια βορνεόλη και ισοβορνεόλη. Από το βορνυλοχλωρίδιο και μέσω αποχλωρίωσης παράγεται το καμφένιο, το οποίο οξειδώνεται προς κ. 
Η συνθετική κ. διαφέρει από τη φυσική γιατί δεν είναι οπτικά ενεργή, όμως την αντικαθιστά σε όλες τις χρήσεις της. 

Ιατρική. Γνωστή στη φαρμακολογία για τις αντισηπτικές, αντιπαρασιτικές και επισπαστικές ιδιότητές της, η κ. χρησιμοποιείται στην ιατρική κυρίως για τη διεγερτική της δράση στο κεντρικό νευρικό σύστημα (ιδιαίτερα στα αναπνευστικά και αγγειοκινητικά κέντρα) και στην καρδιακή λειτουργία, όταν παρατηρείται εξασθένηση εξαιτίας κόπωσης ή δηλητηρίασης. Ως αναληπτικό χρησιμοποιείται συνήθως το ελαιώδες διάλυμα που χορηγείται ενδομυϊκά, ενώ ως επισπαστικό του δέρματος χρησιμοποιείται με τη μορφή καμφορούχου οινοπνεύματος ή καμφορούχου ελαίου. Πολύ συχνά χρησιμοποιούνται ως αναληπτικά τα υδατοδιαλυτά άλατα της κ., όπως είναι τα καμφοροανθρακικά και τα καμφοροσουλφονικά.
Read 2729 times

Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.