Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012 16:08

φυλλοκλάδιο

Written by
Rate this item
(0 votes)
φυλλοκλάδιο (Βοτ.). Μεταμορφωμένος βλαστός με τη μορφή φύλλου, γνωστό και ως κλαδώδιο. Βλ. λ. κλαδώδιο.
Read 466 times

Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.