Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012 19:38

ερπετά

Written by
Rate this item
(0 votes)
ερπετά (reptilia). Μεγάλη ομοταξία σπονδυλοζώων, τα οποία έχουν κοινούς σημαντικούς ανατομικούς χαρακτήρες, αλλά παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία ως προς τη μορφή, τις διαστάσεις και το περιβάλλον διαβίωσης· υπάρχουν ε. αποκλειστικά χερσαία, τυπικά υδρόβια ή αμφίβια. Τα περισσότερα από αυτά τα σπονδυλόζωα, οι πρώτοι αντιπρόσωποι των οποίων εμφανίστηκαν κατά τη λιθανθρακοφόρο περίοδο του παλαιοζωικού αιώνα, έχουν εκλείψει. Τα ε., και ιδιαίτερα οι δεινόσαυροι (βλ. λ.), επικρατούσαν στην πανίδα της χέρσου κατά τον μεσοζωικό αιώνα, αλλά οι περισσότερες ομάδες άρχισαν να εξαφανίζονται κατά το τέλος του. Πράγματι, από τις 17 τάξεις στις οποίες κατατάσσονται τα ε., μόνο τέσσερις περιλαμβάνουν αρτίγονα είδη: τα χελώνια (testudines), τα λεπιδωτά (squamata), τα κροκοδείλια (crocodilia) και τα ρυγχοκέφαλα (rhynchocephalia). Η πιο πολυπληθής και πλούσια τάξη ε. είναι τα λεπιδωτά, με περίπου 5.500 είδη, στα οποία περιλαμβάνονται οι σαύρες, τα φίδια και τα αμφισβαίνια. Ακολουθούν τα χελώνια, με περίπου 300 είδη χελωνών. Η τάξη των κροκοδειλίων, στην οποία ανήκουν οι κροκόδειλοι και οι αλιγάτορες, αριθμεί περίπου 23 είδη. Η τάξη των ρυγχοκεφάλων περιλαμβάνει μόνο έναν σύγχρονο αντιπρόσωπο, το είδος Sphenodon punctatus, η εξάπλωση του οποίου περιορίζεται σε μερικά νησάκια κοντά στη Νέα Ζηλανδία, όπου η τοπική ονομασία του είναι τουατάρα. 

Μορφολογικοί και ανατομικοί χαρακτήρες. Το σώμα των ε. καλύπτεται από φολίδες ή κεράτινες πλάκες όπως στα χελώνια και στα κροκοδείλια· το κεράτινο στρώμα ανανεώνεται περιοδικά. Το δέρμα, το οποίο σε μερικά είδη (χαμαιλέοντες) μπορεί να αλλάζει απόχρωση πολύ γρήγορα, συνήθως στερείται αδένων, αλλά φέρει αισθητήρια όργανα κατανεμημένα στις φολίδες. Η σπονδυλική στήλη αποτελείται από ποικίλο αριθμό σπονδύλων: από περίπου 30 στις χελώνες έως πάνω από 500 σε διάφορα φίδια. Ο σκελετός χαρακτηρίζεται πάντοτε από το γεγονός ότι οι επάνω πλευρές συνδέονται με τους σπονδύλους της θωρακικής ζώνης, ενώ σε διάφορα γένη υπάρχουν πλευρές οι οποίες συνδέονται και με άλλους σπονδύλους του κορμού και της αυχενικής περιοχής. Στα φίδια, όλοι οι σπόνδυλοι (εκτός από τον άτλαντα, τον άξονα και τους ουραίους) έχουν πλευρές. Το στέρνο, που βρίσκεται στο εμπρόσθιο θωρακικό τμήμα του σώματος των ε., απουσιάζει στα χελώνια, στα φίδια και στις διάφορες σαύρες. Στα περισσότερα είδη, το κρανίο είναι σχεδόν ολοκληρωτικά οστέινο, εκτός από ορισμένες περιοχές της βάσης και πίσω, όπου παρουσιάζει μερικά περιορισμένα χονδρογενή τμήματα. Γενικά, κάθε γνάθος διαθέτει μια σειρά από κωνικά ή αγκιστροειδή δόντια. Η οδοντοστοιχία δεν έχει μασητική λειτουργία και χρησιμεύει μόνο για τη συγκράτηση της τροφής. Τα χελωνοειδή στη θέση των δοντιών έχουν κεράτινα χείλη με κοφτερές άκρες. Σε μερικά φίδια παρατηρούνται ειδικά δόντια της άνω γνάθου, τα οποία είναι στο εσωτερικό τους κοίλα ή έχουν αύλακες· με τα δόντια αυτά κεντρίζουν τη λεία τους και χύνουν δηλητήριο, που εκκρίνεται από ειδικούς αδένες. Το δηλητήριο των φιδιών μπορεί να περιέχει δύο ειδών τοξίνες: είτε αιμοτοξίνη είτε νευροτοξίνη. Η πρώτη περιέχεται στο δηλητήριο του κροταλία και της οχιάς και συνήθως επιδρά στο κυκλοφορικό σύστημα καταστρέφοντας τα κύτταρα του αίματος και τα αιμοφόρα αγγεία, ενώ η δεύτερη περιέχεται στο δηλητήριο της κόμπρας και των συγγενικών φιδιών και επιδρά στο νευρικό σύστημα προκαλώντας την παράλυσή του. Χάρη στην κινητικότητα του τετράγωνου οστού –το οποίο παρεμβάλλεται μεταξύ της άνω γνάθου και του κρανίου– και στην ελαστικότητα του δεσμού που συνδέει στα φίδια τις δύο σιαγόνες, το στόμα είναι πολύ διασταλτό, τόσο ώστε επιτρέπει την είσοδο σε αρκετά ογκώδη τροφή. Τα άκρα είναι δύο ή τέσσερα ή λείπουν τελείως. Τα χερσόβια ε., ακόμα και αυτά που έχουν πόδια, μετακινούνται έρποντας με κυματοειδείς κινήσεις.
Η καρδιά αποτελείται από δύο κόλπους και μία κοιλία, η οποία στα κροκοδείλια χωρίζεται τελείως σε δύο μέρη· στα άλλα ε. η διαίρεση της κοιλίας είναι μερική. Η αναπνοή πραγματοποιείται με πνεύμονες, η κοιλότητα των οποίων χωρίζεται με διάφραγμα· στους χαμαιλέοντες, στην αντίθετη πλευρά των βρόγχων, κάθε πνεύμονας φέρει μακριές πτυχώσεις σε σχήμα σάκου. Αντίθετα από τα θηλαστικά και τα πτηνά, τα ε. είναι εξώθερμα ζώα, επειδή η θερμοκρασία του σώματός τους δεν αυτορυθμίζεται, αλλά ακολουθεί τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος· γι’ αυτό λέγονται και ψυχρόαιμα. Το ακουστικό όργανο, από το οποίο λείπει πάντα το ακουστικό πτερύγιο, περιλαμβάνει το εσωτερικό και το μέσο ους, το οποίο επικοινωνεί με το στόμα και είναι απομονωμένο από το εξωτερικό περιβάλλον με την τυμπανική μεμβράνη. Τα μάτια, συχνά πολύ ανεπτυγμένα, προστατεύονται τις περισσότερες φορές από το άνω και κάτω βλέφαρο· στα φίδια και σε μερικές σαύρες υπάρχει μόνο ένα διαφανές βλέφαρο, ενώ σε πολλά ε. στην εσωτερική γωνία κάθε οφθαλμού υπάρχει μια μεμβράνη, η σκαρδαμυκτική. 1. νύχι· 2. φολίδα· 3. αφτί· 4. διχαλωτή γλώσσα· 5. δάχτυλο ποδιού· 6. πόδι· 7. ταινίες· 8. ουρά.1. αυχενική σπονδυλική στήλη· 2. οστό δάχτυλου ποδιού· 3. μετατάρσιο οστό· 4. λεκάνη· 5. μηρός.1. τραχεία· 2. καρδιά· 3. συκώτι· 4. χοληδόχος κύστη· 5. σπλήνα· 6. όρχις· 7. νεφρό· 8. έντερο· 9. στομάχι· 10. πνεύμονας.

Βιολογικός κύκλος. Τα ε. έχουν διακριτά φύλα και αναπαράγονται με αβγά, των οποίων το κέλυφος είναι ασβεστολιθικό ή έχει περγαμηνώδη σύσταση. Ο αριθμός των αβγών που αποθέτουν ποικίλλει ανάλογα με το είδος, από λιγότερα από δέκα μέχρι 150 περίπου. Σε μερικά λεπιδωτά, τα αβγά παραμένουν για αρκετό διάστημα στους ωαγωγούς και τα νεαρά άτομα εκκολάπτονται εσωτερικά, οπότε γεννιούνται ζωντανά (ωοζωοτοκία). Φαινόμενα μεταμόρφωσης δεν παρατηρούνται ποτέ στα ε. Η τροφή τους είναι γενικά ζωική, υπάρχουν ωστόσο και μερικά είδη χορτοφάγα και άλλα με μεικτή διατροφή. Τα ε. είναι ιδιαίτερα διαδεδομένα στις θερμές ζώνες, ενώ σε χώρες με εύκρατο κλίμα περνούν τους χειμερινούς μήνες σε κατάσταση λανθάνουσας ζωής (χειμερία νάρκη)· σε αυτό βοηθά η ικανότητά τους να αντέχουν σε μακροχρόνιες στερήσεις. Με ανάλογο τρόπο αντέχουν κατά την περίοδο της ξηρασίας διάφορα είδη που ζουν σε τροπικές περιοχές· όταν αφυπνίζονται πραγματοποιείται η έκδυση και η αναπαραγωγή. Γενικά, τα ε. είναι προικισμένα με υψηλή ικανότητα αναγέννησης, η οποία τους επιτρέπει να επανορθώνουν ακόμα και πολύ μεγάλους ακρωτηριασμούς. Ένα άλλο κοινό χαρακτηριστικό στα διάφορα είδη ε. είναι η μακροβιότητα. Για παράδειγμα, έχει διαπιστωθεί ότι διάφορες χελώνες ζουν περισσότερο από 150 χρόνια και ότι υπάρχουν κροκόδειλοι που μπορούν να ζήσουν περίπου έναν αιώνα.

Τα ερπετά στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, στην Ελλάδα έχουν καταγραφεί περίπου 50 είδη ε. Το μεγαλύτερο από αυτά είναι η σπάνια στις ελληνικές θάλασσες δερματοχελώνα του είδους Dermochelys coriacea, η οποία μπορεί να φθάσει σε μήκος τα 1,80 μ. Από τα ε. της ελληνικής χλωρίδας, τα μόνα επικίνδυνα για τον άνθρωπο είναι οι οχιές (φίδια του γένους Vipera, με γνωστότερο το είδος Vipera ammodytes), το δάγκωμα των οποίων είναι δηλητηριώδες. Προστατευόμενα θεωρούνται τα εξής επτά είδη: η θαλάσσια χελώνα Caretta caretta, η πρασινοχελώνα (Chelonia mydas), η δερματοχελώνα (Dermochelys coriacea), η οχιά της Μήλου (Macrovipera schweizeri), ο χαμαιλέοντας (Chamaeleo chamaeleon), η δωδεκανησιακή αμφίσβαινα (Blanus strauchi) και η οχιά των βουνών (Vipera ursinii).
Read 607 times

Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.