Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012 01:16

Ρενς

Written by
Rate this item
(0 votes)
Ρενς (Reims). Πόλη (187.206 κάτ. το 1999) της βορειοανατολικής Γαλλίας, στον νομό Μάρνη του διαμερίσματος Καμπανίας-Αρδενών. Είναι χτισμένη στις όχθες του ποταμού Βελ, επάνω στην πλωτή διώρυγα Μάρνη-Εν και στη διασταύρωση των οδικών αρτηριών που συνδέουν το Παρίσι με το Στρασβούργο και τη νότια Γαλλία (Μασσαλία, Λιόν) με το Βέλγιο και τη Γερμανία. Αποτελεί το κύριο εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής όπου καλλιεργούνται ως επί το πλείστον αμπέλια, και φημίζεται για την παραγωγή εξαιρετικών κρασιών (σαμπάνια). Εκτός από οινοποιεία και εμφιαλωτήρια, στη Ρ. λειτουργούν επίσης υφαντουργεία, υαλουργεία, βιομηχανίες συσκευασίας τροφίμων, εργοστάσια παρασκευής εξαρτημάτων αεροσκαφών και αυτοκινήτων και φαρμακοβιομηχανίες. Επιπλέον, είναι και το μορφωτικό επίκεντρο του διαμερίσματος, φιλοξενώντας το πανεπιστήμιο Καμπανίας-Αρδενών, τρεις ανώτερες σχολές, πολλές βιβλιοθήκες, μεταξύ των οποίων και η βιβλιοθήκη Καρνεγκί με ιστορικά χειρόγραφα από την καρολίγγεια εποχή, και αρκετά μουσεία, μεταξύ των οποίων ιστορικό και αρχαιολογικό μουσείο, μουσείο καλών τεχνών και μουσείο σύγχρονης τέχνης.
Πλήθος μνημείων καλλιτεχνικού και ιστορικού ενδιαφέροντος στολίζουν την πόλη, από τα οποία τέσσερα βρίσκονται στον κατάλογο μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ. Πρόκειται για τον περίφημο καθεδρικό ναό της Παναγίας (Notre Dame), που χτίστηκε τον 13ο αι. (η κατασκευή του ξεκίνησε το 1211) και αποτελεί ένα από τα ωραιότερα δείγματα του γαλλικού γοτθικού ρυθμού· το παλάτι Το (Palais du Tau), μέγαρο του 17ου αι. με παρεκκλήσι του 13ου αι. που κατά το παρελθόν ήταν η έδρα της αρχιεπισκοπής της Ρ. και σήμερα στεγάζει τον θησαυρό του καθεδρικού ναού· τη βασιλική του Σεν Ρεμί, εκκλησία του 11ου αι. με χοροστάσιο και υαλοστάσια του 12ου αι.· και το αβαείο του Σεν Ρεμί, κτίριο γοτθικού ρυθμού του 17ου αι., όπου σήμερα φιλοξενείται το ιστορικό και αρχαιολογικό μουσείο της πόλης.
Από τα υπόλοιπα μνημεία της Ρ. ξεχωρίζουν, μεταξύ άλλων, οι στοές της αρχαίας ρωμαϊκής αγοράς (Cryptoporticus), η Πύλη του Άρη, μία από τις μεγαλύτερες αψίδες της ρωμαϊκής περιόδου, η εκκλησία του Αγίου Ιακώβου του 12ου αι., το πρώην Κολέγιο των Ιησουιτών, μπαρόκ κτίριο (1619) με εντυπωσιακή βιβλιοθήκη, το δημαρχείο της Ρ., μπαρόκ κτίριο (1627-30), και η βασιλική της Αγίας Κλοτίλδης (1896).

Ιστορία. Η περιοχή κατοικήθηκε μεταξύ του 4ου και του 3ου αι. π.Χ. από τον γαλατικό λαό των Ρέμους (Remus), στον οποίο οφείλεται και η σημερινή ονομασία της. Η Ρ. αποτελούσε τον κυριότερο οικισμό των Ρέμους και μετά την υποταγή τους στον Ιούλιο Καίσαρα (57 π.Χ.). Οι Ρωμαίοι τη μετονόμασαν σε Ντουροκορτόρουμ (Durocortorum) και προς το τέλος του 1ου αι. π.Χ. την κατέστησαν πρωτεύουσα της επαρχίας της Βελγικής. Χάρη στη στρατηγική της τοποθεσία, η πόλη αναπτύχθηκε σε σημαντικό γεωργικό και εμπορικό κέντρο και μετά τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις του αυτοκράτορα Διοκλητιανού (284-305), παρέμεινε πρωτεύουσα της επαρχίας Βελγικής Β’.
Την ίδια περίοδο διαδόθηκε στην περιοχή ο χριστιανισμός και το 290 η πόλη, που είχε αποκτήσει πλέον τη σημερινή της ονομασία, έγινε έδρα επισκοπής. Το 459 εξελέγη επίσκοπος ο μετέπειτα άγιος της Δυτ. Καθολικής Εκκλησίας, Ρεμί, ο οποίος μετά την κατάρρευση του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους και την κατάληψη της Ρ. από τους Φράγκους, βάφτισε χριστιανό την ημέρα των Χριστουγέννων του 498 τον βασιλιά των τελευταίων, Κλόβις (481-511). Η πόλη εξελίχθηκε σε κύριο θρησκευτικό κέντρο και το 816 ο πάπας Στέφανος Δ’ (816-817) έστεψε εκεί τον Λουδοβίκο Α’ τον Ευσεβή (814-840) αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ξεκινώντας μια μακρόχρονη παράδοση που διατηρήθηκε με ελάχιστες εξαιρέσεις έως τις αρχές του 19ου αι. και η οποία ήθελε τους βασιλιάδες της Γαλλίας να παραλαμβάνουν το στέμμα τους στη Ρ. Χάρη στη λειτουργία της σχολής του καθεδρικού ναού, η πόλη εξελίχθηκε σταδιακά από τον 10ο έως τον 13ο αι. και σε σημαντικό μορφωτικό κέντρο.
Κατά τη διάρκεια του Εκατονταετούς πολέμου, η Ρ. πολιορκήθηκε (1359-60) από τον βασιλιά της Αγγλίας Εδουάρδο Γ’, με αποτέλεσμα να πληγεί σημαντικά η οικονομία της, ενώ το 1429 στέφθηκε εκεί βασιλιάς της Γαλλίας ο Κάρολος Ζ’ ο Νικηφόρος, παρουσία της Ζαν ντ’ Αρκ, σηματοδοτώντας την απαρχή της αντεπίθεσης των Γάλλων και την τελική τους επικράτηση το 1453. Το 1548 ενισχύθηκε η σημασία της Ρ. ως πολιτισμικού κέντρου με την ίδρυση πανεπιστημίου, το οποίο έκλεισε κατά τη διάρκεια της Γαλλικής επανάστασης.
Προς το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων η πόλη κατελήφθη από τον πρωσικό στρατό (14 Φεβρουαρίου 1814), αλλά την ανακατέλαβε είκοσι μέρες αργότερα (5 Μαρτίου 1814) ο στρατηγός Κορμπινό, σημειώνοντας μία από τις τελευταίες γαλλικές νίκες, έστω και χωρίς ιδιαίτερη στρατηγική σημασία. Κατά τον Γαλλοπρωσικό πόλεμο (1870-71) κατελήφθη εκ νέου από τον πρωσικό στρατό και παρέμεινε υπό κατοχή για δύο μήνες (Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 1870).
Θέατρο σημαντικών πολεμικών συγκρούσεων έγινε και κατά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, όταν κατελήφθη για λίγες ημέρες τον Σεπτέμβριο του 1914 από τους Γερμανούς, οι οποίοι μετά την υποχώρησή τους στα περίχωρά της την βομβάρδισαν σφοδρότατα με το πυροβολικό τους, προκαλώντας σημαντικές ζημιές στα μνημεία της. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου η Ρ. κατελήφθη στις 13 Ιουνίου 1940 από τους Γερμανούς, οι οποίοι υποχρεώθηκαν να την εγκαταλείψουν στις 29 Αυγούστου 1944. Στην πόλη εκτυλίχθηκε το τελευταίο στάδιο του πολέμου στην Ευρώπη, καθώς στο αρχηγείο του Αμερικανού στρατηγού Αϊζενχάουερ, που έδρευε στη Ρ., επιδόθηκε στις 7 Μαΐου 1945 η άνευ όρων παράδοση της Γερμανίας.
Read 320 times

Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.